Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Η δράση των ιαματικών νερών στο αναπνευστικό (εισπνοοθεραπεία)



Η εισπνοοθεραπεία είναι τόσο παλιά, όσο και η ιατρική αντίληψη περί βρογχικών παθήσεων. Ηδη από τον 2ο μ.χ. αιώνα, ο Κλαύδιος Γαληνός, ο Έλληνας γιατρός του Ρωμαίου αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου, συνέστηνε σε ασθενείς με βρογχοπάθειες εισπνοές των θειούχων αναθυμιάσεων από τις παρυφές του Βεζούβιου. Εκτοτε, προτάθηκαν διάφορες μορφές εισπνοοθεραπείας σε ιαματικές πηγές.

Τα ιαματικά νερά, δρουν στο  αναπνευστικό σύστημα, μέσω του μηχανικού καθαρισμού των βλεννογόνων από τις εκκρίσεις, της υπεραιμίας που προκαλείται λόγω της θερμότητάς τους, καθώς λόγω της ειδικής δράσης των συστατικών τους.
Χρησιμοποιούνται ειδικές συσκευές που μετατρέπουν το ιαματικό νερό σε σταγονίδια που ανάλογα με το μέγεθός τους καταλήγουν σε κάποια περιοχή του αναπνευστικού συστήματος.


Οι κύριες παθήσεις του ανωτέρου αναπνευστικού συστήματος για τις οποίες ενδείκνυται η εισπνοοθεραπεία είναι η απλή χρόνια ρινίτιδα, η υπερτροφική ρινίτιδα, αδενοειδίτιδες, χρόνιες φαρυγγίτιδες, ατροφικές ρινίτιδες και φαρυγγίτιδες, καταρροϊκές χρόνιες λαρυγγίτιδες από επέκταση ρινοφαρυγγικών φλεγμονών ή από εισπνοές ερεθιστικών ουσιών, επαγγελματικές λαρυγγίτιδες κ.λ.π.
Οι κύριες παθήσεις του κατώτερου αναπνευστικού που ωφελούνται από την εισπνοοθεραπεία είναι το βρογχικό άσθμα και η χρόνια βρογχίτιδα.
Αντένδειξη αποτελούν η φυματίωση, το βαρύ εμφύσημα, η μη ρυθμισμένη αρτηριακή υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η νεφρική, ηπατική και καρδιακή ανεπάρκεια, ο καρκίνος και οι οξείες λοιμώξεις.


Τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα ιαματικά νερά είναι:

Θειούχα: Διακρίνονται ανάλογα με τη σύστασή τους σε θειονατριούχα, θειοασβεστούχα και μικτά (χλωριοθειούχα αρσενικούχα). Η δράση τους οφείλεται στην παρουσία υδροθείου, που προκαλεί διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου και υπεραιμία από αγγειοδιαστολή του αναπνευστικού βλεννογόνου, που βοηθά στη ρευστοποίηση των πτυέλων και στην αύξηση της κίνησης των κροσσών του βρογχικού δένδρου.  Ενισχύουν επίσης την τοπική άμυνα γιατί αυξάνεται η ανοσοσφαιρίνη IgA και μειώνουν την υπεραντιδραστικότητα των βρόγχων. Τέλος, παρουσιάζουν και βακτηριοστατική δράση. Λόγω της δράσης τους  αυτής, χρησιμοποιούνται σε χρόνιες φλεγμονές του αναπνευστικού συστήματος.


Θειικά: Διακρίνονται ανάλογα με τη σύστασή τους σε θειικά ασβεστούχα, αλατοθειικά, διττανθρακοθειικά. Η δράση τους οφείλεται περισσότερο στην παρουσία θετικών και αρνητικών ιόντων.  Μειώνουν την υπεραντιδραστικότητα των βρόγχων, ελαττώνουν τον βρογχικό τόνο, ρευστοποιούν τις βρογχικές εκκρίσεις, αυξάνουν την κίνηση των κροσσών και ευνοούν την αναγέννηση του βρογχικού επιθηλίου.


Ανθρακικά:  Περιέχουν στη σύστασή τους διοξίδιο του άνθρακα (CO2). Δρά στους κεντρικούς χημειοϋποδοχείς της αναπνοής και αυξάνεται το εύρος της. Επίσης προκαλείται βρογχοδιαστολή και ευεξία στους ασθενείς με βρογχικό άσθμα.


Αλατοβρωμοϊωδιούχα: Βοηθούν στη ρύθμιση του θυρεοειδούς και στην γενική αύξηση του μεταβολισμού των κυττάρων, στη ρύθμιση του τόνου του φυτικού νευρικού συστήματος και στην ελάττωση του βρογχικού σπασμού και προκαλούν τοπική αντισηψία.  Με βάση τα παραπάνω χρησιμοποιούνται σε χρόνιες φλεγμονές του αναπνευστικού συστήματος.


Ραδιενεργά: Περιέχουν στη σύστασή τους μικροποσότητες ραδίου που διασπώνται δίνοντας ραδόνιο. Η θεραπευτική τους ιδιότητα αποδίδεται στην ακτινοβολία του ραδονίου. Προκαλούν βρογχοδιαστολή.


Προσοχή! Πριν αποφασίσετε να δοκιμάσετε οποιαδήποτε εναλλακτική θεραπεία, είναι απαραίτητο να επικοινωνήσετε με το γιατρό σας. Καμία θεραπεία δεν είναι "αθώα" και δεν στερείται παρενεργειών και αντενδείξεων.

Βιβλιογραφία:  Μ. Χολέβας, «Εισπνευσιοθεραπεία σε παθήσεις του κατωτέρου αναπνευστικού συστήματος»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου